Οι Σφραγίδες των Ονείρων που Δεν Έπρεπε να Ανοίξουν
Δεν είμαι τρελός.
Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβεις πριν συνεχίσεις να διαβάζεις.
Όλα ξεκίνησαν αθόρυβα… σαν ψίθυρος μέσα στον ύπνο. Στην αρχή ήταν απλές εικόνες — σκιές που κινούνταν μέσα σε έναν άγνωστο ωκεανό, ουρανοί που δεν υπήρχαν στον κόσμο μας, και μορφές… τεράστιες, αρχαίες, παραμορφωμένες πέρα από κάθε λογική.
Και μετά… ήρθαν τα ονόματα.
Δεν τα άκουγα. Τα ένιωθα.
Σαν να γράφονταν μέσα στο μυαλό μου.
Σαν να τα χάραζε κάτι… από μέσα.
Οι Μεγάλοι Παλαιοί δεν κοιμούνται όπως νομίζουμε. Δεν είναι νεκροί. Δεν είναι ξεχασμένοι. Περιμένουν. Και όσο οι άνθρωποι ονειρεύονται, εκείνοι βρίσκουν τρόπο να περάσουν.
Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν εφιάλτες. Αλλά οι εφιάλτες δεν αφήνουν σημάδια.
Ξύπνησα ένα πρωί και τα χέρια μου ήταν γεμάτα σύμβολα. Δεν τα είχα σχεδιάσει. Δεν θυμόμουν να το κάνω. Αλλά τα ήξερα. Τα καταλάβαινα.
Ήταν σφραγίδες.
Πύλες.
Κλειδιά.
Άρχισα να βλέπω τα ίδια σύμβολα παντού. Σε τοίχους, σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, σε σκοτεινά στενά — graffiti που κανείς άλλος δεν πρόσεχε. Οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα τους αδιάφορα.
Αλλά εγώ ήξερα.
Ήταν σημάδια.
Ήταν οι ρωγμές.
Ήταν τα σημεία όπου η πραγματικότητα μας λεπταίνει.
Κάθε νύχτα, τα όνειρα γίνονταν πιο καθαρά. Πιο βαθιά. Πιο αληθινά.
Έβλεπα πόλεις βυθισμένες κάτω από μαύρα νερά. Πύργους φτιαγμένους από κάτι που δεν ήταν πέτρα… ούτε σάρκα. Και εκεί… στο βάθος… ένιωθα την παρουσία τους.
Όχι έναν.
Πολλούς.
Αρχαίους πέρα από τον χρόνο.
Κάτι μέσα μου άρχισε να αλλάζει.
Δεν ήμουν πια απλός θεατής.
Έγινα… μαθητής.
Μου έμαθαν να αναγνωρίζω τις πύλες. Μου έμαθαν να διαβάζω τα σύμβολα. Μου έμαθαν ότι ο κόσμος δεν είναι όπως φαίνεται. Ότι κάτω από κάθε πόλη, κάθε δάσος, κάθε παλιά εκκλησία ή εγκαταλελειμμένο χωριό… υπάρχουν στρώματα πραγματικότητας.
Και σε αυτά τα στρώματα… κατοικούν εκείνοι.
Οι παλιοί άνθρωποι το ήξεραν.
Στα χωριά, μακριά από τις πόλεις, μιλούσαν για πράγματα που οι σύγχρονοι άνθρωποι γελούν όταν τα ακούν. Μιλούσαν για σκιές μέσα στα δάση. Για μάγους που δεν πέθαναν ποτέ. Για τελετές που δεν έπρεπε να γίνουν.
Δεν ήταν παραμύθια.
Ήταν προειδοποιήσεις.
Οι μάγοι δεν εξαφανίστηκαν.
Κρύφτηκαν.
Και συνέχισαν.
Στα δάση… εκεί που ο ήλιος δεν φτάνει εύκολα… εκεί που ο αέρας μυρίζει υγρασία και κάτι πιο παλιό… κάτι σάπιο… εκεί εκτελούν ακόμα τις τελετές τους.
Τώρα καταλαβαίνω.
Οι σφραγίδες που μου έδειξαν δεν είναι απλώς σύμβολα.
Είναι προσκλήσεις.
Κάθε φορά που τις σχεδιάζω… κάτι πλησιάζει.
Το νιώθω.
Στον αέρα.
Στους ήχους που δεν υπάρχουν.
Στις σκιές που κινούνται όταν δεν πρέπει.
Και χθες…
Χθες δεν ήταν όνειρο.
Ξύπνησα, αλλά δεν ήμουν μόνος.
Κάτι στεκόταν στη γωνία του δωματίου.
Δεν είχε μορφή όπως την καταλαβαίνουμε. Ήταν σαν… στρέβλωση. Σαν το ίδιο το σκοτάδι να είχε αποκτήσει βούληση.
Και τότε κατάλαβα το τελευταίο μάθημα.
Δεν σε διαλέγουν για να τους λατρέψεις.
Σε διαλέγουν…
Για να ανοίξεις την πόρτα.
Και εγώ…
Έχω ήδη αρχίσει.
Και το χειρότερο;
Δεν θέλω να σταματήσω.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου