Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΘΟΥΛΟΥ — Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ Η Ρ’ΛΥΕ
Για χιλιάδες χρόνια η βυθισμένη πόλη Ρ’λυε κοιμόταν κάτω από τα μαύρα νερά του Νότιου Ειρηνικού. Οι πύργοι της ήταν χτισμένοι με γωνίες που δεν υπάκουαν στους νόμους της ανθρώπινης γεωμετρίας, ενώ στους τοίχους της υπήρχαν χαραγμένα σύμβολα παλαιότερα από τη Γη.
Στο κέντρο της πόλης, πίσω από μια πελώρια πέτρινη πύλη, κοιμόταν ο Κθούλου.
Δεν ήταν νεκρός.
Ονειρευόταν.
Και μέσα από τα όνειρά του άγγιζε τα μυαλά όσων μπορούσαν να ακούσουν το κάλεσμά του.
Στο μικρό λιμάνι του Ίνσμουθ, ο γέρος ιερέας Εζεκίας Μαρς στεκόταν μέσα σε έναν εγκαταλειμμένο ναό. Γύρω του είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες άνθρωποι με μακριές μαύρες κάπες. Κάποιοι είχαν ακόμη ανθρώπινα πρόσωπα. Άλλοι όμως είχαν μεγάλα γυάλινα μάτια, γκρίζο δέρμα και στόματα που άνοιγαν σαν βράγχια.
Ήταν απόγονοι των Βαθέων.
Πίσω από τον βωμό υψωνόταν ένα άγαλμα του πατέρα Δαγών και της μητέρας Ύδρας, των αρχαίων κυρίαρχων του ωκεανού.
Ο Εζεκίας άνοιξε ένα παλιό βιβλίο δεμένο με μαύρο δέρμα.
Ήταν ένα αντίγραφο του Νεκρονομικόν.
Το βιβλίο του τρελού Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ.
«Τα άστρα πλησιάζουν στη σωστή θέση», είπε ο ιερέας. «Η θάλασσα έχει αρχίσει να υποχωρεί. Η Ρ’λυε ανεβαίνει. Ο Μεγάλος Κθούλου μάς καλεί.»
Οι πιστοί γονάτισαν.
«Φνγκλούι μγκλουναφ Κθούλου Ρ’λυε γουαγκ’ναγκλ φταγκν!» φώναξαν όλοι μαζί.
Στο σπίτι του, πολλά χιλιόμετρα μακριά, ο καθηγητής Έντουαρντ Άρμιτατζ ξύπνησε απότομα.
Είχε δει την ίδια πόλη στα όνειρά του.
Είχε δει έναν τεράστιο θρόνο.
Και πάνω του, ένα ον με φτερά, νύχια και κεφάλι γεμάτο πλοκάμια.
Ο Κθούλου είχε ανοίξει το ένα του μάτι.
Ο Άρμιτατζ ταξίδεψε αμέσως στο Πανεπιστήμιο Μισκατόνικ. Εκεί συνάντησε τρεις ανθρώπους που είχαν δει παρόμοια οράματα.
Η πρώτη ήταν η αρχαιολόγος Έλενορ Γουόρεν, η οποία είχε επιστρέψει από μια αποστολή στην Ανταρκτική. Κάτω από τους πάγους είχε ανακαλύψει τα ερείπια των Πρεσβύτερων Πραγμάτων, πλασμάτων που είχαν έρθει στη Γη πριν εμφανιστεί η ανθρωπότητα.
Ο δεύτερος ήταν ο ναυτικός Τζόναθαν Μπλέικ. Το πλοίο του είχε δεχτεί επίθεση από τους Βαθείς κοντά στο Ίνσμουθ. Ήταν ο μοναδικός επιζών.
Ο τρίτος ήταν ο νεαρός αστρονόμος Σάμιουελ Κάρτερ. Τις τελευταίες νύχτες παρατηρούσε ένα σκοτεινό άστρο να εμφανίζεται δίπλα στον Αλντεμπαράν.
«Δεν είναι άστρο», είπε ο Κάρτερ. «Είναι πύλη.»
Ο Άρμιτατζ άνοιξε έναν χάρτη επάνω στο τραπέζι.
«Οι οπαδοί του Κθούλου ετοιμάζονται να πραγματοποιήσουν ένα τελετουργικό. Δεν θέλουν απλώς να τον ξυπνήσουν. Θέλουν να ενώσουν τη Ρ’λυε με την Καρκόσα.»
Η Έλενορ χλώμιασε.
«Την πόλη του Χαστούρ;»
Ο Άρμιτατζ έγνεψε καταφατικά.
«Ο Χαστούρ, ο Βασιλιάς με τα Κίτρινα, επιθυμεί να ανοίξει τις πύλες του κόσμου μας. Όμως κανείς δεν γνωρίζει αν θέλει να βοηθήσει τον Κθούλου ή να τον καταστρέψει.»
Τότε όλα τα φώτα έσβησαν.
Ένας άνδρας εμφανίστηκε στη γωνία της αίθουσας.
Ήταν ψηλός, λεπτός και φορούσε ένα μαύρο κοστούμι. Το πρόσωπό του άλλαζε συνεχώς. Για μια στιγμή έμοιαζε ανθρώπινο. Την επόμενη γινόταν μια σκοτεινή μάσκα γεμάτη στόματα.
«Πάντα τόσο πρόθυμοι να σώσετε τον κόσμο», είπε χαμογελώντας.
Ο Άρμιτατζ έκανε ένα βήμα πίσω.
«Νυαρλαθοτέπ.»
Ο Μαύρος Φαραώ υποκλίθηκε.
Σε αντίθεση με τους άλλους Εξωτερικούς Θεούς, ο Νυαρλαθοτέπ δεν κοιμόταν. Περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους, έπαιζε με τους φόβους τους και υπηρετούσε το χάος.
«Οι πιστοί συγκεντρώνονται», είπε. «Ο Δαγών σηκώνεται από την άβυσσο. Οι Μι-Γκο κατεβαίνουν από τον Γιουγκόθ. Ο Χαστούρ περιμένει στην Καρκόσα. Ακόμη και ο Γιογκ-Σόθοθ έχει στρέψει τις πύλες του προς τη Γη.»
«Γιατί μας το λες;» ρώτησε η Έλενορ.
Ο Νυαρλαθοτέπ γέλασε.
«Επειδή θέλω να δω ποιος από εσάς θα τρελαθεί πρώτος.»
Το σώμα του διαλύθηκε σε μαύρο καπνό.
Πριν εξαφανιστεί, η φωνή του αντήχησε σε ολόκληρη την αίθουσα.
«Το τελετουργικό θα γίνει σε τρεις νύχτες.»
Η ομάδα ταξίδεψε στο Ίνσμουθ.
Όταν έφτασαν, η πόλη ήταν σχεδόν έρημη. Τα σπίτια είχαν κλειστά παράθυρα και στους δρόμους υπήρχαν υγρά ίχνη που οδηγούσαν προς τη θάλασσα.
Στην παλιά εκκλησία βρήκαν ένα υπόγειο δωμάτιο γεμάτο χάρτες, ανθρώπινα οστά και πέτρινα είδωλα.
Στον μεγαλύτερο τοίχο υπήρχε μια εικόνα της τελετής.
Στο κέντρο φαινόταν ο Κθούλου να αναδύεται από τη θάλασσα.
Γύρω του υπήρχαν ο Δαγών, η Ύδρα και χιλιάδες Βαθείς.
Πάνω από τον ουρανό φαινόταν ο Χαστούρ με τα κίτρινα ράσα του.
Πίσω από όλα υπήρχε μια τεράστια πύλη με αμέτρητα μάτια.
Ο Γιογκ-Σόθοθ.
Η Πύλη και το Κλειδί.
«Αυτό δεν είναι απλή επίκληση», είπε ο Κάρτερ. «Θέλουν να ανοίξουν όλες τις διαστάσεις ταυτόχρονα.»
Ξαφνικά ακούστηκαν βήματα.
Ο Εζεκίας εμφανίστηκε στην είσοδο μαζί με δεκάδες Βαθείς.
«Δεν μπορείτε να σταματήσετε εκείνον που κοιμόταν πριν γεννηθεί ο άνθρωπος», είπε.
Οι Βαθείς επιτέθηκαν.
Ο Τζόναθαν πυροβόλησε, ενώ η Έλενορ άναψε μια φωτοβολίδα και την πέταξε στα ξερά ξύλα του ναού. Οι φλόγες απλώθηκαν γρήγορα.
Ο Άρμιτατζ άρπαξε έναν παλιό χάρτη από τον βωμό.
«Πρέπει να φύγουμε! Η Ρ’λυε δεν βρίσκεται πια κάτω από τη θάλασσα!»
Την επόμενη νύχτα, ένα στρατιωτικό πλοίο τούς μετέφερε στις συντεταγμένες που έδειχνε ο χάρτης.
Η θάλασσα ήταν απόλυτα ακίνητη.
Μπροστά τους, μια τεράστια μαύρη πόλη είχε αναδυθεί από τα νερά.
Η Ρ’λυε.
Πάνω στους βράχους είχαν συγκεντρωθεί εκατοντάδες οπαδοί. Ανάμεσά τους κινούνταν οι Βαθείς, ενώ μέσα από τη θάλασσα υψωνόταν ο Δαγών, τόσο τεράστιος ώστε το σώμα του έμοιαζε με ολόκληρο βουνό.
Στον ουρανό πετούσαν παράξενα πλάσματα με φτερά και κεφάλια σαν μανιτάρια.
Οι Μι-Γκο.
Μετέφεραν μηχανές από εξωγήινο μέταλλο και τοποθετούσαν λαμπερούς κρυστάλλους γύρω από την πόλη.
Στο κέντρο της Ρ’λυε βρισκόταν η μεγάλη πύλη.
Ο Εζεκίας στεκόταν μπροστά της κρατώντας το Νεκρονομικόν.
«Απόψε τα άστρα είναι σωστά!» φώναξε. «Απόψε ο Μεγάλος Κθούλου θα περπατήσει ξανά στη Γη!»
Οι πιστοί άρχισαν να ψέλνουν.
Η θάλασσα βούιξε.
Ο ουρανός άνοιξε.
Πάνω από την πόλη εμφανίστηκε ένας κίτρινος ήλιος και μέσα στο φως του φάνηκε η Καρκόσα. Μαύροι πύργοι, ήρεμες λίμνες και δύο παράξενα φεγγάρια γέμισαν τον ορίζοντα.
Ο Χαστούρ στεκόταν στην άλλη πλευρά της πύλης.
Τα κίτρινα ράσα του κινούνταν χωρίς άνεμο.
Κανείς δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του.
Τότε ακούστηκε ένας ήχος σαν γέλιο.
Ο Νυαρλαθοτέπ εμφανίστηκε επάνω σε έναν πύργο.
«Συνεχίστε», είπε. «Ο κύριός μου περιμένει.»
Πίσω από τα σύννεφα άρχισε να σχηματίζεται μια άμορφη σκοτεινή μάζα γεμάτη μάτια, στόματα και πλοκάμια.
Ο Αζαθώθ.
Ο Τυφλός και Ηλίθιος Θεός.
Το κέντρο του απόλυτου χάους.
Ο Άρμιτατζ κατάλαβε την αλήθεια.
«Ο Νυαρλαθοτέπ τούς εξαπάτησε! Δεν θέλει να ξυπνήσει μόνο τον Κθούλου. Θέλει να φέρει τον Αζαθώθ στη Γη!»
Ο Κάρτερ κοίταξε τους κρυστάλλους των Μι-Γκο.
«Αυτοί κρατούν ανοιχτή την πύλη. Αν τους καταστρέψουμε, το τελετουργικό θα αποτύχει.»
Η Έλενορ και ο Τζόναθαν έτρεξαν ανάμεσα στα ερείπια. Οι Βαθείς τούς ακολούθησαν, ουρλιάζοντας.
Ο Άρμιτατζ άνοιξε το δικό του αντίγραφο του Νεκρονομικόν και άρχισε να διαβάζει μια απαγορευμένη επίκληση.
Δεν καλούσε θεό.
Καλούσε το Κλειδί.
«Γιογκ-Σόθοθ! Εσύ που είσαι η Πύλη! Κλείσε τον δρόμο ανάμεσα στους κόσμους!»
Δισεκατομμύρια λαμπερές σφαίρες εμφανίστηκαν στον ουρανό. Ενώθηκαν μεταξύ τους και σχημάτισαν μια αχανή παρουσία.
Ο Γιογκ-Σόθοθ είχε ακούσει.
Ο χώρος γύρω από τη Ρ’λυε άρχισε να παραμορφώνεται.
Ο Χαστούρ σήκωσε το χέρι του.
Ο Νυαρλαθοτέπ σταμάτησε να γελά.
«Δεν έχεις δικαίωμα να κλείσεις την πύλη», είπε.
Μια φωνή ακούστηκε μέσα από κάθε γωνία της πραγματικότητας.
«Εγώ είμαι η Πύλη.»
Η Έλενορ κατέστρεψε τον πρώτο κρύσταλλο.
Ο Τζόναθαν πυροβόλησε τον δεύτερο.
Ο Κάρτερ έσπρωξε την εξωγήινη μηχανή στη θάλασσα.
Οι πύλες άρχισαν να κλείνουν.
Όμως ήταν ήδη αργά.
Η μεγάλη πέτρινη πόρτα της Ρ’λυε έσπασε.
Πρώτα εμφανίστηκε ένα τεράστιο πλοκάμι.
Έπειτα ένα νύχι.
Δύο γιγάντια φτερά άνοιξαν μέσα στη νύχτα.
Ο Κθούλου βγήκε από τον τάφο του.
Οι οπαδοί του ούρλιαξαν από χαρά. Πολλοί έπεσαν νεκροί μόνο και μόνο επειδή αντίκρισαν τη μορφή του.
Ο Εζεκίας σήκωσε τα χέρια.
«Κύριέ μου! Ξύπνησες!»
Ο Κθούλου έσκυψε προς το μέρος του.
Για μια στιγμή ο ιερέας πίστεψε ότι θα ανταμειβόταν.
Ένα πλοκάμι τον άρπαξε και τον συνέθλιψε.
Οι άνθρωποι δεν ήταν υπηρέτες για τον Κθούλου.
Ήταν έντομα.
Ο Δαγών βρυχήθηκε και γονάτισε μπροστά στον αρχαίο άρχοντα.
Ο Χαστούρ παρέμενε ακίνητος μέσα στην πύλη της Καρκόσα.
Ο Νυαρλαθοτέπ άπλωσε τα χέρια του.
«Καλώς ήρθες, παλιέ ονειρευτή.»
Ο Κθούλου στράφηκε προς το μέρος του.
Τα δύο όντα κοιτάχτηκαν.
Τότε ακούστηκε η φωνή του Χαστούρ.
«Η Γη δεν ανήκει ακόμη σε κανέναν σας.»
Από τα κίτρινα ράσα του ξεπήδησαν μαύρες σκιές. Τυλίχτηκαν γύρω από τη μορφή του Κθούλου, ενώ ο Γιογκ-Σόθοθ έκλεινε τις διαστάσεις μία προς μία.
Ο ουρανός έτρεμε.
Ο Αζαθώθ απομακρύνθηκε πίσω από τα άστρα.
Ο Νυαρλαθοτέπ εξαφανίστηκε μέσα σε μια κραυγή οργής.
Η Καρκόσα χάθηκε.
Οι Μι-Γκο πέταξαν προς τον ουρανό.
Η Ρ’λυε άρχισε να βυθίζεται.
Ο Κθούλου άνοιξε τα φτερά του και προσπάθησε να ξεφύγει, όμως η πόλη τον παρέσυρε ξανά προς τα βάθη.
Πριν χαθεί κάτω από τα κύματα, το βλέμμα του καρφώθηκε στον Άρμιτατζ.
Μια φωνή μπήκε μέσα στο μυαλό του.
«Με ξύπνησες.»
Ο καθηγητής γονάτισε.
«Και θα με ξυπνήσεις ξανά.»
Η θάλασσα έκλεισε επάνω από τη Ρ’λυε.
Τρεις εβδομάδες αργότερα, ο Άρμιτατζ καθόταν μόνος του στη βιβλιοθήκη του Μισκατόνικ.
Η Έλενορ είχε επιστρέψει στην Ανταρκτική, αναζητώντας τα όπλα των Πρεσβύτερων Πραγμάτων.
Ο Τζόναθαν είχε εξαφανιστεί κοντά στο Ίνσμουθ.
Ο Κάρτερ δεν κοιμόταν πια, επειδή κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του έβλεπε την Καρκόσα.
Ο Άρμιτατζ πίστευε ότι όλα είχαν τελειώσει.
Τότε άκουσε έναν ψίθυρο πίσω του.
Πάνω στο γραφείο εμφανίστηκε ένα κομμάτι υγρής μαύρης πέτρας.
Επάνω του υπήρχε χαραγμένο ένα σύμβολο.
Το Κίτρινο Σημάδι.
Και από το βάθος της θάλασσας ακούστηκε ξανά το κάλεσμα:
«Φνγκλούι μγκλουναφ Κθούλου Ρ’λυε γουαγκ’ναγκλ φταγκν.»
Ο Κθούλου κοιμόταν πάλι.
Αλλά τώρα γνώριζε ποιοι είχαν διακόψει την αφύπνισή του.
Και μέσα στα όνειρά του σχεδίαζε την επιστροφή του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου