Η Πόλη Πίσω από τις Δέκα Πύλες

 




Στο βορειότερο άκρο της ηπείρου Άλβερεν, εκεί όπου τα δάση τελείωναν και άρχιζαν οι πεδιάδες του αιώνιου πάγου, υπήρχε μια πόλη που δεν εμφανιζόταν σε κανέναν επίσημο χάρτη.

Το όνομά της ήταν Βάλενμορ.

Οι ταξιδιώτες που περνούσαν από τα γύρω χωριά άκουγαν ιστορίες για τους μαύρους πύργους της, για τα φώτα που άναβαν κάτω από τη γη και για τις καμπάνες που χτυπούσαν χωρίς να υπάρχουν εκκλησίες.

Κανένας κάτοικος των γειτονικών περιοχών δεν πλησίαζε τη Βάλενμορ μετά τη δύση του ήλιου.

Έλεγαν ότι η πόλη δεν είχε χτιστεί από ανθρώπους.

Έλεγαν ότι οι πρώτοι κάτοικοί της τη βρήκαν ήδη έτοιμη, θαμμένη κάτω από τον πάγο, πριν από χίλια χρόνια.

Και έλεγαν ακόμη πως κάτω από την πόλη υπήρχαν δέκα πύλες.

Καθεμία οδηγούσε σε διαφορετικό κόσμο.

Ο αρχαιολόγος Άντριαν Βέλκορ δεν πίστευε στις ιστορίες.

Ήταν σαράντα δύο ετών, καθηγητής αρχαίων πολιτισμών στο Πανεπιστήμιο του Ράβενσμπουργκ και γνωστός για την πεποίθησή του ότι κάθε μύθος είχε μια λογική εξήγηση.

Μέχρι την ημέρα που έλαβε το δέμα.

Δεν υπήρχε όνομα αποστολέα.

Μέσα βρισκόταν ένα μικρό μαύρο κλειδί, φτιαγμένο από υλικό που έμοιαζε ταυτόχρονα με μέταλλο και κόκαλο.

Μαζί του υπήρχε ένα σημείωμα.

Ο αδελφός σου είναι ακόμη ζωντανός.

Βρίσκεται πίσω από την έβδομη πύλη.

Ο μικρότερος αδελφός του Άντριαν, ο Μάρεκ, είχε εξαφανιστεί δεκατρία χρόνια νωρίτερα κατά τη διάρκεια αποστολής στη Βάλενμορ.

Η ομάδα του είχε βρεθεί νεκρή μέσα σε μια παγωμένη χαράδρα.

Τα σώματα δεν έφεραν τραύματα.

Όλοι τους, όμως, είχαν βγάλει μόνοι τους τα μάτια τους.

Ο Μάρεκ δεν βρέθηκε ποτέ.

Ο Άντριαν κράτησε το μαύρο κλειδί πάνω από τη φωτιά.

Δεν ζεστάθηκε.

Το χτύπησε με σφυρί.

Δεν γρατζουνίστηκε.

Το άφησε μέσα σε οξύ.

Το υγρό εξατμίστηκε.

Τρεις ημέρες αργότερα ξεκίνησε για τη Βάλενμορ.

Η γυναίκα με το κίτρινο πέπλο

Στο ταξίδι τον συνόδευσαν τέσσερις άνθρωποι.

Η δρ Σελένα Κρος, γλωσσολόγος ειδικευμένη σε νεκρές γλώσσες.

Ο λοχαγός Ίβαν Ρέικ, πρώην στρατιωτικός και κυνηγός επικηρυγμένων.

Η Μάρα Έλβεν, γιατρός και μελετήτρια σπάνιων ψυχικών διαταραχών.

Και ο πατέρας Έντμοντ Γκρέι, ένας ηλικιωμένος ιερέας που είχε περάσει σαράντα χρόνια ερευνώντας μυστικές λατρείες.

Ο Έντμοντ ήταν ο μόνος που φοβήθηκε όταν είδε το κλειδί.

«Δεν ανοίγει πόρτες», είπε.

«Τότε τι ανοίγει;» ρώτησε ο Άντριαν.

Ο ιερέας κοίταξε τα παράξενα χαραγμένα σύμβολα.

«Αναμνήσεις.»

Έφτασαν στη Βάλενμορ ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι.

Η πόλη υψωνόταν πίσω από ένα τείχος μαύρου πάγου. Οι πύργοι της ήταν υπερβολικά λεπτοί και ψηλοί, σαν πέτρινες βελόνες καρφωμένες στον ουρανό. Δεν υπήρχαν φρουροί στις πύλες ούτε φώτα στα παράθυρα.

Παρόλα αυτά, καθώς περνούσαν στους άδειους δρόμους, ο Άντριαν ένιωθε ότι χιλιάδες μάτια τούς παρακολουθούσαν.

Στην κεντρική πλατεία στεκόταν μια γυναίκα.

Φορούσε μακρύ κίτρινο πέπλο και κρατούσε ένα ασημένιο φανάρι.

«Σας περίμενα», είπε.

Το όνομά της ήταν Λισάντρα Βος.

Ισχυρίστηκε ότι ήταν η τελευταία φύλακας της πόλης.

«Πού είναι οι κάτοικοι;» ρώτησε η Σελένα.

Η Λισάντρα χαμογέλασε.

«Δεν έφυγαν ποτέ.»

Σήκωσε το φανάρι.

Στους τοίχους των κτιρίων εμφανίστηκαν σκιές ανθρώπων. Εκατοντάδες μορφές, παγιδευμένες μέσα στην πέτρα, κινούνταν αργά σαν να προσπαθούσαν να αποδράσουν.

Η Μάρα πλησίασε έναν τοίχο.

Μια παιδική σκιά άπλωσε το χέρι της προς εκείνη.

«Είναι ζωντανοί», ψιθύρισε.

«Κάποτε άνοιξαν λάθος πύλη», είπε η Λισάντρα. «Και κάτι τους είδε.»

Το Βιβλίο των Δέκα Ονομάτων

Η Λισάντρα τούς οδήγησε σε ένα παλάτι χωρίς πόρτες.

Η είσοδος άνοιξε μόνη της μόλις πλησίασε ο Άντριαν.

Στο εσωτερικό υπήρχε μια κυκλική βιβλιοθήκη. Χιλιάδες βιβλία ήταν δεμένα με αλυσίδες. Μερικά ψιθύριζαν. Άλλα ανέπνεαν.

Στο κέντρο βρισκόταν ένας πέτρινος βωμός.

Επάνω του ήταν τοποθετημένο ένα βιβλίο με δέκα μεταλλικές κλειδαριές.

Το μαύρο κλειδί του Άντριαν ταίριαζε στην πρώτη.

Η Λισάντρα άγγιξε το εξώφυλλο.

«Αυτό είναι το Βιβλίο των Δέκα Ονομάτων. Οι πρώτοι άνθρωποι της Βάλενμορ το βρήκαν κάτω από την πόλη. Κάθε κεφάλαιο περιγράφει έναν θεό, έναν κόσμο και μια πύλη.»

«Και η έβδομη πύλη;» ρώτησε ο Άντριαν.

«Οδηγεί στον τόπο όπου φυλακίζεται ο αδελφός σου.»

Ο Άντριαν άνοιξε την πρώτη κλειδαριά.

Το βιβλίο άνοιξε μόνο του.

Στην πρώτη σελίδα υπήρχε ένα όνομα:

ΚΘΟΥΛΟΥ

Η εικόνα μιας βυθισμένης πόλης εμφανίστηκε πάνω στο χαρτί. Τεράστιοι πύργοι υψώνονταν κάτω από έναν πράσινο ωκεανό. Ανάμεσά τους κοιμόταν μια γιγάντια μορφή με φτερά και πλοκάμια.

Ο Άντριαν άκουσε έναν ψίθυρο.

Ρ’λυέ.

Το πάτωμα της βιβλιοθήκης γέμισε νερό.

Ο Ίβαν τράβηξε το όπλο του.

«Κλείσε το βιβλίο.»

Ο Άντριαν προσπάθησε.

Οι σελίδες δεν έκλειναν.

Μέσα από το νερό σηκώθηκαν γκρίζα χέρια. Πλάσματα με διογκωμένα μάτια, βράγχια και λεπιδωτό δέρμα βγήκαν στην επιφάνεια.

Οι Βαθείς.

Ο Έντμοντ άρχισε να απαγγέλλει μια προσευχή.

Τα πλάσματα δεν έδειξαν φόβο.

Γονάτισαν μπροστά στο βιβλίο.

Και όλα μαζί είπαν:

«Ο Κοιμώμενος ακούει.»

Το βιβλίο έκλεισε απότομα.

Το νερό εξαφανίστηκε.

Οι Βαθείς έγιναν σκόνη.

Η Σελένα κοίταξε τη Λισάντρα.

«Τι θα συμβεί όταν ανοίξουν όλες οι κλειδαριές;»

Η φύλακας του παλατιού δεν απάντησε.

Η δεύτερη πύλη

Η δεύτερη κλειδαριά άνοιξε μόνη της τη νύχτα.

Ο Άντριαν ξύπνησε από τον ήχο αυλού.

Η βιβλιοθήκη είχε εξαφανιστεί.

Βρισκόταν μόνος μέσα σε μια απέραντη αίθουσα, όπου οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από αστέρια. Στο βάθος καθόταν ένα τεράστιο, άμορφο πλάσμα.

Ο Αζαθώθ.

Δεν είχε ένα συγκεκριμένο σώμα. Ήταν μια τυφλή μάζα από φλόγα, σκοτάδι, στόματα και πλανήτες που γεννιούνταν και πέθαιναν πάνω στη σάρκα του.

Γύρω του χόρευαν άμορφοι θεοί.

Παράξενοι αυλητές έπαιζαν μια μονότονη μελωδία.

Ο Άντριαν κατάλαβε ότι η μουσική δεν διασκέδαζε τον θεό.

Τον κρατούσε κοιμισμένο.

Ένα από τα στόματα του Αζαθώθ άνοιξε.

Το σύμπαν γύρω του άρχισε να λιώνει.

Ο Άντριαν ένιωσε το σώμα του να διαλύεται σε μαθηματικά σύμβολα.

Τότε ένα μαύρο χέρι άγγιξε τον ώμο του.

Ένας ψηλός άνδρας στεκόταν δίπλα του.

Φορούσε κομψό κοστούμι, γάντια και ένα χαμόγελο που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια του.

«Δεν είναι ώρα να ξυπνήσει ο πατέρας», είπε.

Ο άνδρας έκανε μια κίνηση.

Η αίθουσα εξαφανίστηκε.

Ο Άντριαν βρέθηκε ξανά στη βιβλιοθήκη.

Ο άγνωστος στεκόταν απέναντί του.

«Ποιος είσαι;»

Το πρόσωπο του άνδρα άλλαξε.

Για μια στιγμή έγινε πρόσωπο φαραώ. Έπειτα στόμα γεμάτο πλοκάμια. Ύστερα μαύρη φιγούρα με τρία κόκκινα μάτια.

«Έχω πολλά ονόματα», είπε. «Εσύ μπορείς να με λες Νυαρλαθοτέπ.»

Ο Άντριαν έκανε πίσω.

Ο Έντμοντ μπήκε τρέχοντας στην αίθουσα.

Μόλις είδε τον άνδρα, πάγωσε.

«Ο Έρπων Χαμός.»

Ο Νυαρλαθοτέπ υποκλίθηκε.

«Χαίρομαι που κάποιος θυμάται τους παλιούς τρόπους.»

«Τι θέλεις;» ρώτησε ο Άντριαν.

«Να ανοίξεις τις πύλες.»

«Γιατί;»

«Για να βρεις τον αδελφό σου.»

Ο Άντριαν κατάλαβε ότι ο θεός ψευδόταν.

Αλλά ήξερε επίσης ότι δεν είχε άλλη επιλογή.

Το δάσος των χιλίων γεννήσεων

Η τρίτη πύλη βρισκόταν κάτω από το παλάτι.

Ήταν φτιαγμένη από ζωντανό ξύλο.

Μόλις άνοιξε, ένα σκοτεινό δάσος απλώθηκε μπροστά τους.

Τα δέντρα είχαν κορμούς από σάρκα. Στα κλαδιά τους κρέμονταν διάφανοι σάκοι, μέσα στους οποίους κινούνταν αγέννητα πλάσματα.

Από το σκοτάδι ακούστηκε ο ήχος χιλιάδων οπλών.

Η Σουμπ-Νιγκουράθ δεν εμφανίστηκε ολόκληρη.

Η παρουσία της γέμισε το δάσος σαν ασθένεια.

Οι ρίζες άρχισαν να κινούνται.

Ο Ίβαν πυροβόλησε όταν ένα Σκοτεινό Νεογνό βγήκε ανάμεσα στα δέντρα. Το πλάσμα ήταν ψηλό σαν πύργος, με πόδια που κατέληγαν σε οπλές και σώμα γεμάτο στόματα.

Οι σφαίρες χάθηκαν μέσα στη σάρκα του.

Το πλάσμα άρπαξε τον Ίβαν.

Η Μάρα έκοψε μια ρίζα με το χειρουργικό της μαχαίρι.

Μαύρο υγρό πετάχτηκε από την πληγή.

Ολόκληρο το δάσος ούρλιαξε.

Η Σουμπ-Νιγκουράθ μίλησε μέσα από τα στόματα των δέντρων.

Δώστε μου έναν από εσάς και θα ανοίξω τον δρόμο.

Η Λισάντρα πλησίασε ένα από τα δέντρα.

«Πάρε εμένα.»

Ο Άντριαν την τράβηξε πίσω.

«Όχι.»

Η γυναίκα χαμογέλασε λυπημένα.

«Δεν είμαι άνθρωπος, Άντριαν.»

Αφαίρεσε το κίτρινο πέπλο.

Το πρόσωπό της δεν είχε δέρμα. Κάτω από αυτό υπήρχαν λευκές ρίζες, πλεγμένες γύρω από έναν μικρό φωτεινό εγκέφαλο.

«Με δημιούργησε αυτή η πόλη για να προστατεύω τις πύλες.»

Οι ρίζες του δάσους την τύλιξαν.

Το σώμα της διαλύθηκε μέσα στο χώμα.

Για μια στιγμή η Σουμπ-Νιγκουράθ σώπασε.

Έπειτα ο δρόμος άνοιξε.

Το πρόσωπο του Γκατανοθόα

Η τέταρτη πύλη οδηγούσε σε μια πόλη θαμμένη κάτω από ένα ηφαίστειο.

Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι μούμιες.

Δεν ήταν νεκρές.

Τα μάτια τους κινούνταν.

Η Μάρα πλησίασε μία από αυτές.

«Η καρδιά της χτυπά.»

Ο Έντμοντ έκλεισε αμέσως τα μάτια του.

«Μην κοιτάτε μπροστά.»

Από την άλλη άκρη της αίθουσας ακούστηκε κάτι να σέρνεται.

Ο Γκατανοθόα πλησίαζε.

Ο Άντριαν κράτησε το βλέμμα του στο έδαφος. Είδε μόνο τη σκιά του πλάσματος.

Η σκιά είχε μάτια.

Είχε στόματα.

Και ακόμη κι αυτά ήταν αρκετά.

Τα δάχτυλα του Άντριαν άρχισαν να σκληραίνουν.

Ο Έντμοντ άνοιξε το Βιβλίο των Δέκα Ονομάτων.

«Δεν μπορείς να πολεμήσεις αυτό που δεν έχει μορφή», είπε. «Μπορείς μόνο να του δώσεις άλλη εικόνα.»

Έσκισε μια σελίδα και την κράτησε μπροστά στον Γκατανοθόα.

Πάνω στο χαρτί εμφανίστηκε ένας καθρέφτης.

Ο θεός είδε τον εαυτό του.

Η αίθουσα γέμισε με βρυχηθμό.

Ο Γκατανοθόα οπισθοχώρησε και η πύλη έκλεισε.

Τα δάχτυλα του Άντριαν μαλάκωσαν ξανά.

Η Μάρα κοίταξε τον Έντμοντ.

«Πώς ήξερες ότι θα λειτουργήσει;»

«Δεν το ήξερα.»

Η λίμνη της Καρκόζας

Η πέμπτη πύλη άνοιξε σε μια νεκρή πόλη κάτω από δύο ήλιους.

Η λίμνη Χάλι απλωνόταν ακίνητη σαν καθρέφτης.

Οι μαύροι πύργοι της Καρκόζας υψώνονταν στον ορίζοντα.

Στην όχθη στεκόταν ένας άνδρας με κίτρινο μανδύα.

Το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο με λευκή μάσκα.

Η Σελένα ψιθύρισε:

«Μην κοιτάξετε πίσω από τη μάσκα.»

Ο Βασιλιάς με τα Κίτρινα άπλωσε το χέρι του.

Στον ουρανό εμφανίστηκαν μαύρα αστέρια.

«Η έβδομη πύλη δεν θα ανοίξει για εσάς», είπε. «Εκτός αν ένας από εσάς δεχτεί να μείνει στην Καρκόζα.»

Η Σελένα πλησίασε.

«Θα μείνω εγώ.»

«Όχι», είπε ο Άντριαν.

Η γλωσσολόγος τον κοίταξε.

«Ο αδελφός σου μπορεί να είναι ακόμη ζωντανός. Η Λισάντρα θυσιάστηκε ήδη. Κάποιος πρέπει να συνεχίσει.»

Ο Βασιλιάς άγγιξε το μέτωπό της.

Τα ρούχα της μετατράπηκαν σε κίτρινο ύφασμα.

Τα μάτια της έγιναν μαύρα.

«Τώρα γνωρίζω τη δεύτερη πράξη», είπε.

Η φωνή της δεν ήταν πια ανθρώπινη.

Η πύλη άνοιξε.

Ο Άντριαν κοίταξε για τελευταία φορά τη Σελένα.

Εκείνη στεκόταν δίπλα στη λίμνη, χαμογελώντας καθώς οι πύργοι της Καρκόζας λύγιζαν γύρω της.

Η πύλη που ήταν παντού

Η έκτη πύλη δεν είχε πόρτα.

Ήταν ένας κύκλος από φωτεινές σφαίρες.

Ο Γιογκ-Σοθώθ εμφανίστηκε ταυτόχρονα γύρω τους, μέσα τους και πίσω από κάθε στιγμή της ζωής τους.

Ο Άντριαν είδε τον εαυτό του παιδί.

Είδε τον Μάρεκ να φεύγει για τη Βάλενμορ.

Είδε τη στιγμή που θα πέθαινε.

Είδε χιλιάδες διαφορετικά μέλλοντα.

Σε ένα από αυτά, έσωζε τον αδελφό του.

Σε όλα τα υπόλοιπα, άνοιγε κάτι που δεν μπορούσε να κλείσει.

Η φωνή του Γιογκ-Σοθώθ ακούστηκε από παντού.

Η πύλη γνωρίζει πού πέρασε ο αδελφός σου.

«Πού βρίσκεται;»

Στον χώρο ανάμεσα στις στιγμές.

«Πώς μπορώ να τον φέρω πίσω;»

Ανοίγοντας την έβδομη πύλη.

«Και τι υπάρχει πίσω από αυτήν;»

Οι φωτεινές σφαίρες άρχισαν να περιστρέφονται.

Εκείνο που σε έφερε εδώ.

Ο άνθρωπος που περίμενε δεκατρία χρόνια

Η έβδομη πύλη βρισκόταν βαθύτερα από όλες τις άλλες.

Ο Άντριαν, η Μάρα, ο Ίβαν και ο Έντμοντ κατέβηκαν χιλιάδες σκαλοπάτια.

Στο τέλος βρήκαν ένα δωμάτιο χωρίς τοίχους.

Στο κέντρο καθόταν ένας άνδρας.

Τα μαλλιά του ήταν λευκά.

Το σώμα του αδύνατο.

Όταν σήκωσε το κεφάλι, ο Άντριαν αναγνώρισε τον αδελφό του.

«Μάρεκ.»

Ο άνδρας άνοιξε τα μάτια.

«Άργησες.»

Ο Άντριαν έτρεξε κοντά του.

«Νόμιζα ότι ήσουν νεκρός.»

«Για εσένα πέρασαν δεκατρία χρόνια. Για εμένα πέρασαν εκατομμύρια.»

Πίσω από τον Μάρεκ υπήρχε ένας τεράστιος θρόνος.

Πάνω του καθόταν ο Νυαρλαθοτέπ.

«Η οικογενειακή επανένωση», είπε. «Πάντα συγκινητική.»

Ο Άντριαν τράβηξε τον αδελφό του όρθιο.

«Φεύγουμε.»

Ο Μάρεκ δεν κουνήθηκε.

«Δεν μπορώ.»

Άνοιξε το πουκάμισό του.

Στο στήθος του υπήρχε ένα μαύρο μάτι.

«Η πύλη χρειάζεται φύλακα.»

Ο Νυαρλαθοτέπ σηκώθηκε.

«Ο αδελφός σου έμαθε πολλά. Έμαθε ότι οι δέκα πύλες δεν δημιουργήθηκαν για να κρατήσουν τους θεούς έξω.»

Ο Έντμοντ έσφιξε το βιβλίο.

«Τότε γιατί δημιουργήθηκαν;»

«Για να κρατήσουν κάτι μέσα.»

Ο θρόνος άρχισε να διαλύεται.

Πίσω του εμφανίστηκε ένας απέραντος σκοτεινός κόσμος.

Μέσα στο σκοτάδι σάλευε μια τεράστια μορφή.

Δεν ήταν ο Κθούλου.

Δεν ήταν ο Αζαθώθ.

Δεν ήταν κανένας από τους γνωστούς θεούς.

Ήταν ένα πλάσμα που δεν είχε ακόμη όνομα.

Το σώμα του περιείχε πόλεις, βουνά και νεκρούς ήλιους. Πάνω στη σάρκα του υπήρχαν πύλες. Δέκα πύλες.

Ο Άντριαν κατάλαβε.

Η Βάλενμορ δεν είχε χτιστεί πάνω από το πλάσμα.

Η πόλη ήταν μέρος του σώματός του.

«Τι είναι;» ψιθύρισε η Μάρα.

Ο Μάρεκ απάντησε:

«Ο πρώτος θεός που ξέχασαν οι άλλοι.»

Ο Βαλγκόρον

Ο Νυαρλαθοτέπ πλησίασε το πλάσμα.

«Πριν ο Αζαθώθ αρχίσει να ονειρεύεται, πριν ο Γιογκ-Σοθώθ γίνει η Πύλη και πριν ο Κθούλου κατέβει στη Γη, υπήρχε ο Βαλγκόρον.»

Το όνομα έκανε τη γη να τρέμει.

«Οι άλλοι θεοί τον φοβήθηκαν», συνέχισε ο Νυαρλαθοτέπ. «Γιατί μπορούσε να καταπιεί όχι μόνο τα σώματά τους, αλλά και τα ονόματά τους. Και ένας θεός χωρίς όνομα παύει να υπάρχει.»

Ο Βαλγκόρον άνοιξε ένα μάτι.

Η όραση του Άντριαν γέμισε με εικόνες.

Είδε τον Κθούλου να σβήνει από τις θάλασσες.

Είδε τη Σουμπ-Νιγκουράθ να χάνει τα νεογνά της.

Είδε τον Γκατανοθόα να μετατρέπεται σε άμορφη σκιά.

Είδε τον Βασιλιά με τα Κίτρινα να χάνει τη μάσκα, τον μανδύα και την Καρκόζα.

Είδε τον Νυαρλαθοτέπ να μένει χωρίς πρόσωπα.

«Γιατί θέλεις να τον ελευθερώσεις;» ρώτησε ο Άντριαν.

Ο Νυαρλαθοτέπ χαμογέλασε.

«Δεν θέλω να τον ελευθερώσω. Θέλω να τον κάνω να ξεχάσει όλους τους άλλους εκτός από εμένα.»

Ο Έντμοντ άνοιξε το βιβλίο.

«Τότε δεν πρέπει να ανοίξει η τελευταία πύλη.»

Ο Νυαρλαθοτέπ γύρισε προς αυτόν.

«Η τελευταία πύλη έχει ήδη ανοίξει.»

Το μαύρο μάτι στο στήθος του Μάρεκ άνοιξε.

Το σώμα του άρχισε να διαλύεται.

Ο Άντριαν τον κράτησε.

«Όχι!»

Ο Μάρεκ χαμογέλασε.

«Δεν με έφερες εδώ για να με σώσεις. Σε κάλεσα για να πάρεις τη θέση μου.»

Μαύρες ρίζες βγήκαν από το πάτωμα και τύλιξαν τα πόδια του Άντριαν.

Το ίδιο μάτι άρχισε να σχηματίζεται στο δικό του στήθος.

Ο Μάρεκ έπεσε στο έδαφος.

Για πρώτη φορά μετά από εκατομμύρια χρόνια, ήταν ελεύθερος.

Η τελευταία επιλογή

Ο Ίβαν πυροβόλησε τον Νυαρλαθοτέπ.

Οι σφαίρες πέρασαν μέσα από το σώμα του.

Ο θεός γέλασε.

Μια σκιά ξεπήδησε από τον τοίχο και τύλιξε τον στρατιωτικό. Ο Ίβαν εξαφανίστηκε χωρίς κραυγή.

Η Μάρα άρπαξε το μαύρο κλειδί.

«Πώς κλείνει η πύλη;»

Ο Έντμοντ κοίταξε τις δέκα κλειδαριές του βιβλίου.

«Με το όνομα του φύλακα.»

Ο Άντριαν ένιωθε το σώμα του να ενώνεται με την πόλη. Άκουγε τις καμπάνες, τις σκιές στους τοίχους και τα πλάσματα κάτω από τον πάγο.

Έβλεπε όλες τις πύλες ταυτόχρονα.

Τη Ρ’λυέ.

Το Απόλυτο Χάος.

Το δάσος της Μαύρης Αίγας.

Το ηφαίστειο του Γκατανοθόα.

Την Καρκόζα.

Τον χώρο του Γιογκ-Σοθώθ.

Και πίσω από όλα αυτά, τον Βαλγκόρον.

«Γράψε το όνομά μου», είπε.

Η Μάρα άνοιξε το βιβλίο.

«Άντριαν Βέλκορ;»

«Όχι.»

Τώρα καταλάβαινε.

Ο φύλακας δεν μπορούσε να κρατήσει το ανθρώπινο όνομά του.

Έπρεπε να γίνει μέρος της μυθολογίας.

«Γράψε: Βέλκαρον, ο Φύλακας των Δέκα Πυλών.»

Η Μάρα έγραψε το όνομα.

Το βιβλίο ούρλιαξε.

Οι δέκα κλειδαριές έκλεισαν ταυτόχρονα.

Ο Νυαρλαθοτέπ όρμησε προς το μέρος τους.

Ο Άντριαν σήκωσε το χέρι.

Για πρώτη φορά, η πόλη υπάκουσε.

Μαύρα τείχη υψώθηκαν ανάμεσα στον θεό και την πύλη.

Ο Νυαρλαθοτέπ χτύπησε την πέτρα.

«Δεν μπορείς να με κρατήσεις έξω για πάντα.»

«Δεν χρειάζεται», απάντησε ο Άντριαν. «Μόνο μέχρι να ξεχάσει ο κόσμος το όνομά σου.»

Η πόλη άρχισε να καταρρέει.

Η Μάρα και ο Μάρεκ έτρεξαν προς τη σκάλα.

Ο Έντμοντ έμεινε πίσω.

«Φύγε!» του φώναξε ο Άντριαν.

Ο ηλικιωμένος ιερέας χαμογέλασε.

«Κάθε φύλακας χρειάζεται κάποιον που να θυμάται ποιος ήταν.»

Κάθισε μπροστά στην πύλη.

Ολόκληρη η αίθουσα βυθίστηκε στο σκοτάδι.

Ο νέος θεός της Βάλενμορ

Η Μάρα και ο Μάρεκ ξύπνησαν πάνω σε μια παγωμένη πεδιάδα.

Η Βάλενμορ είχε εξαφανιστεί.

Στη θέση της υπήρχε μόνο ένας κυκλικός κρατήρας.

Κανείς δεν πίστεψε την ιστορία τους.

Ο Μάρεκ πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα. Το σώμα του ήταν νέο, αλλά ο νους του είχε γεράσει περισσότερο από κάθε άνθρωπο.

Η Μάρα αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή της στην αναζήτηση των Δέκα Πυλών.

Δεν τις βρήκε ποτέ ξανά.

Όμως κάθε χρόνο, την πιο σκοτεινή νύχτα του χειμώνα, έβλεπε στον ουρανό έναν καινούριο αστερισμό.

Έμοιαζε με άνθρωπο που στεκόταν μπροστά σε δέκα κλειστές πόρτες.

Οι μυστικές λατρείες άρχισαν σταδιακά να ψιθυρίζουν ένα νέο όνομα.

Βέλκαρον.

Ο Φύλακας της Πόλης που δεν υπάρχει.

Ο Θεός των Κλειστών Περασμάτων.

Εκείνος που κρατούσε τον Βαλγκόρον κοιμισμένο.

Και βαθιά, στον τόπο όπου όλες οι διαστάσεις ενώνονταν, ο Άντριαν Βέλκορ καθόταν πλέον στον ενδέκατο θρόνο.

Μπροστά του υπήρχαν οι δέκα πύλες.

Πίσω του ανέπνεε ο ξεχασμένος θεός.

Και απέναντί του στεκόταν ο Νυαρλαθοτέπ, χαμογελώντας μέσα από χίλια διαφορετικά πρόσωπα.

«Θα κουραστείς κάποτε», είπε ο Έρπων Χαμός.

Ο Βέλκαρον κοίταξε τις πύλες.

Πίσω από την πρώτη κοιμόταν ο Κθούλου.

Πίσω από τη δεύτερη ονειρευόταν ο Αζαθώθ.

Πίσω από την τρίτη γεννούσε η Σουμπ-Νιγκουράθ.

Πίσω από την τέταρτη περίμενε ο Γκατανοθόα.

Πίσω από την πέμπτη τραγουδούσε η Καρκόζα.

Πίσω από την έκτη υπήρχε ολόκληρος ο χρόνος.

Και πίσω από τις υπόλοιπες πύλες υπήρχαν τρόμοι που κανένας άνθρωπος δεν είχε ακόμη ονομάσει.

Ο Βέλκαρον έκλεισε τα μάτια.

«Ίσως κουραστώ», απάντησε.

Μία καμπάνα χτύπησε μέσα στο σκοτάδι.

«Αλλά μέχρι τότε, κανένας σας δεν θα περάσει.»

Κάπου πολύ μακριά, στον παγωμένο κόσμο των ανθρώπων, τα παιδιά άρχισαν να βλέπουν στα όνειρά τους μια μαύρη πόλη.

Και μέσα στην πόλη, μία από τις δέκα πύλες είχε αρχίσει ξανά να ανοίγει.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Σφραγίδες των Ονείρων που Δεν Έπρεπε να Ανοίξουν

🜏 ΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΣΦΡΑΓΙΔΩΝ ΤΟΥ ΚΘΟΥΛΟΥ 🜏

Ο Ψίθυρος από την Πέρα Διάσταση