Η Πείνα του Ραν-Τέγκοθ

 



Η Ίριδα Καρρά εργαζόταν ως συντηρήτρια αρχαιοτήτων για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, όμως ποτέ δεν είχε αντικρίσει έκθεμα σαν εκείνο που έφτασε ένα βροχερό απόγευμα στο ιδιωτικό Μουσείο Θαλάσσιων Μυστηρίων του Πειραιά. Το μουσείο στεγαζόταν σε ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο κοντά στις παλιές δεξαμενές. Οι σκουριασμένες καμινάδες του υψώνονταν πάνω από τις αποθήκες, ενώ η μυρωδιά του πετρελαίου, του αλατιού και των νεκρών φυκιών εισχωρούσε ακόμη και στις κλειστές αίθουσες.

Το μεγάλο ξύλινο κιβώτιο είχε μεταφερθεί από το Λονδίνο και δεν συνοδευόταν από κανονικά έγγραφα. Πάνω του υπήρχαν μόνο τρία γράμματα γραμμένα με ξεθωριασμένη κόκκινη μπογιά:

R. T. 1933

Κάτω από αυτά κάποιος είχε χαράξει με μαχαίρι μια προειδοποίηση:

ΜΗΝ ΤΟ ΦΕΡΕΤΕ ΚΟΝΤΑ ΣΕ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΝΕΡΟ.

Ο ιδιοκτήτης του μουσείου, ο πλούσιος συλλέκτης Σάββας Λάσκαρης, περίμενε ανυπόμονα δίπλα στο κιβώτιο. Ήταν ένας ψηλός, αδύνατος άντρας με γκρίζα μαλλιά και μάτια που δεν έμεναν ποτέ ακίνητα.

«Θα το εκθέσουμε στην κεντρική αίθουσα», είπε. «Η ιδιωτική παρουσίαση θα γίνει τα μεσάνυχτα της Παρασκευής».

«Δεν γνωρίζουμε καν τι περιέχει», απάντησε η Ίριδα.

Ο Λάσκαρης χαμογέλασε.

«Γνωρίζω αρκετά».

Όταν οι εργάτες αφαίρεσαν το καπάκι, αποκαλύφθηκε ένα τεράστιο άγαλμα καλυμμένο με μαύρο ύφασμα. Χρειάστηκαν έξι άντρες και ένας γερανός για να το σηκώσουν. Κάτω από το ύφασμα βρισκόταν ένα αποκρουστικό πλάσμα, φτιαγμένο –όπως υπέθεσε αρχικά η Ίριδα– από παλιό κερί.

Το σώμα του ήταν σχεδόν σφαιρικό. Έξι μακριά άκρα, λυγισμένα σαν πόδια αράχνης, κατέληγαν σε πελώριες δαγκάνες. Στο κεφάλι του υπήρχαν τρία γυάλινα μάτια τοποθετημένα σε τριγωνικό σχηματισμό και ανάμεσά τους κρεμόταν μια μακριά προβοσκίδα. Ολόκληρο το κορμί του καλυπτόταν από λεπτές μαύρες ίνες. Όταν η Ίριδα τις εξέτασε καλύτερα, διαπίστωσε πως δεν ήταν τρίχες. Καθεμία κατέληγε σε ένα μικροσκοπικό στόμα.

Το έκθεμα καθόταν πάνω σε έναν σκαλισμένο θρόνο από κιτρινισμένο ελεφαντόδοντο. Στις πλευρές του υπήρχαν παραστάσεις ανθρώπων που γονάτιζαν μπροστά σε τρία άστρα. Σε μια άλλη παράσταση το πλάσμα αναδυόταν από μια γκρίζα θάλασσα κάτω από έναν πλανήτη χωρίς ήλιο.

Η Ίριδα ακούμπησε προσεκτικά το κερί. Δεν ήταν εντελώς σκληρό.

Υποχώρησε κάτω από το δάχτυλό της.

Και ύστερα επέστρεψε αργά στη θέση του.

«Κύριε Λάσκαρη, αυτό δεν είναι κανονικό κερί».

«Τότε ανακάλυψε τι είναι», απάντησε εκείνος και απομακρύνθηκε.

Το ίδιο βράδυ η Ίριδα πήρε ένα μικροσκοπικό δείγμα από το πίσω μέρος του αγάλματος. Η ανάλυση αποκάλυψε κερί, άγνωστα άλατα και οργανικό υλικό. Υπήρχαν πρωτεΐνες, αποξηραμένο αίμα και κύτταρα που δεν έμοιαζαν με κανένα γνωστό είδος. Το παράξενο ήταν ότι μερικά από αυτά παρέμεναν ζωντανά.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο φύλακας του μουσείου, ο Μάρκος Δέδες, μπήκε στο εργαστήριο κρατώντας ένα σκουριασμένο μεταλλικό κουτί.

«Το βρήκα στον πάτο του κιβωτίου», είπε.

Μέσα υπήρχε ένα δερματόδετο ημερολόγιο, γραμμένο στα αγγλικά. Οι περισσότερες σελίδες είχαν καταστραφεί από την υγρασία. Σε όσες μπορούσαν να διαβαστούν αναφέρονταν ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων στο Λονδίνο, μια αποστολή στην Αλάσκα και ερείπια θαμμένα κάτω από τον πάγο.

Το ίδιο όνομα επαναλαμβανόταν δεκάδες φορές:

Ραν-Τέγκοθ.

Στην τελευταία σελίδα υπήρχε ένα πρόχειρο σχέδιο του πλάσματος και από κάτω μια φράση:

Όσο παραμένει ακίνητο, ο κόσμος πιστεύει ότι είναι νεκρό. Όσο πεινά, οι Παλαιοί δεν μπορούν να επιστρέψουν. Δώστε του αίμα και θα τους καλέσει.

Η Ίριδα έκλεισε απότομα το ημερολόγιο.

Από την κεντρική αίθουσα ακούστηκε ένας υγρός παφλασμός.

Εκείνο το βράδυ μαινόταν καταιγίδα πάνω από τον Πειραιά. Το νερό είχε ανέβει στον δρόμο και περνούσε κάτω από την παλιά μεταλλική πόρτα του εργοστασίου. Ένα λεπτό ρυάκι θαλασσινού νερού είχε φτάσει μέχρι τη βάση του θρόνου.

Το άγαλμα δεν βρισκόταν πλέον στην αρχική του στάση.

Μία από τις έξι δαγκάνες του ακουμπούσε στο βρεγμένο δάπεδο.

«Ίσως μετακινήθηκε όταν το στήσαμε», ψιθύρισε ο Μάρκος.

Η Ίριδα δεν απάντησε. Κοίταζε τα τρία μάτια. Πίσω από το θολό περίβλημά τους διακρινόταν τώρα ένα αδύναμο πρασινωπό φως.

Τότε άκουσαν το νιαούρισμα μιας γάτας από την αποθήκη. Ακολούθησε ένας απότομος θόρυβος, σαν να έσπαζαν πολλά λεπτά κλαδιά ταυτόχρονα. Όταν έτρεξαν εκεί, βρήκαν τη γάτα πάνω στο πάτωμα. Το σώμα της είχε συμπιεστεί σε μια άμορφη μάζα. Δεν υπήρχε ούτε σταγόνα αίματος γύρω της. Στο δέρμα της φαίνονταν εκατοντάδες μικρές κυκλικές τρύπες.

Ο Μάρκος έκανε τον σταυρό του.

Πίσω τους ακούστηκε ένα σύρσιμο.

Το πλάσμα είχε κατεβεί από τον θρόνο.

Οι μαύρες ίνες του κινούνταν σαν φίδια που ξυπνούσαν από χειμερία νάρκη. Τα βράγχια στα πλάγια του κεφαλιού του άνοιγαν και έκλειναν, ρουφώντας τον υγρό αέρα. Τα τρία μάτια στράφηκαν συγχρόνως προς τους δύο ανθρώπους.

Η Ίριδα και ο Μάρκος έτρεξαν στο εργαστήριο και κλείδωσαν την πόρτα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, κάτι βαρύ χτύπησε το μέταλλο. Οι μεντεσέδες τραντάχτηκαν.

Η Ίριδα προσπάθησε να καλέσει την αστυνομία, αλλά το κινητό της δεν είχε σήμα. Από την οθόνη ακούστηκε ένας βαθύς βόμβος. Μέσα στον θόρυβο διέκρινε κάτι που έμοιαζε με φωνή, παρόλο που δεν σχημάτιζε ανθρώπινες λέξεις.

Δεν άκουσε το όνομά της.

Άκουσε την πείνα της.

Για μια στιγμή είδε εικόνες που δεν ανήκαν στη δική της μνήμη: έναν μολυβένιο πλανήτη, ωκεανούς ζεστούς και μαύρους, πόλεις χτισμένες κάτω από ασφυκτικά βάθη. Είδε πλάσματα όμοια με εκείνο να σέρνονται μέσα σε βυθισμένους ναούς. Και πολύ ψηλότερα, πέρα από τα σύννεφα του Γιουγκόθ, είδε άμορφες σκιές να περιμένουν ανάμεσα στα άστρα.

Η πόρτα υποχώρησε.

Ο Ραν-Τέγκοθ πέρασε τη μία δαγκάνα του μέσα από το άνοιγμα.

Ο Μάρκος άρπαξε έναν πυροσβεστήρα και τον άδειασε πάνω του. Το πλάσμα οπισθοχώρησε, όχι από πόνο αλλά από έκπληξη. Η Ίριδα τράβηξε τον φύλακα από την πίσω έξοδο του εργαστηρίου και οι δυο τους κατέβηκαν προς το υπόγειο μηχανοστάσιο.

Εκεί βρήκαν τον Λάσκαρη να τους περιμένει.

Δεν ήταν μόνος. Δώδεκα άντρες και γυναίκες, ντυμένοι με μαύρους μανδύες, στέκονταν κυκλικά γύρω από μια πέτρινη λεκάνη. Μέσα της υπήρχε αίμα. Στους τοίχους είχαν σχεδιάσει το σύμβολο με τα τρία άστρα.

«Δεν το αγόρασες για το μουσείο», είπε η Ίριδα.

«Το έφερα κοντά στη θάλασσα για να ξυπνήσει», αποκρίθηκε ο Λάσκαρης. «Κοιμόταν σχεδόν έναν αιώνα. Οι προηγούμενοι φύλακές του φοβήθηκαν. Εγώ δεν φοβάμαι».

«Δεν πρόκειται να σε ανταμείψει».

«Οι θεοί δεν ανταμείβουν. Ανταλλάσσουν».

Οι τοίχοι σείστηκαν. Οι σωλήνες έσπασαν και το υπόγειο γέμισε με νερό. Ο Ραν-Τέγκοθ κατέβαινε προς το μέρος τους.

Οι συγκεντρωμένοι γονάτισαν. Ο Λάσκαρης σήκωσε τα χέρια και φώναξε το όνομα του Μεγάλου Παλαιού.

Το πλάσμα μπήκε στο μηχανοστάσιο.

Για λίγες στιγμές έμεινε ακίνητο μπροστά στους προσκυνητές του. Ο Λάσκαρης χαμογέλασε θριαμβευτικά. Έπειτα η προβοσκίδα του Ραν-Τέγκοθ τυλίχτηκε γύρω από τον λαιμό του.

Οι δαγκάνες έκλεισαν.

Το σώμα του συλλέκτη τσακίστηκε σαν άδειο δοχείο. Οι μαύρες ίνες βυθίστηκαν στη σάρκα του και άρχισαν να ρουφούν. Το δέρμα του χλώμιασε, τα μάτια του βυθίστηκαν και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα απέμεινε μια παραμορφωμένη, άδεια μάζα.

Οι υπόλοιποι πιστοί προσπάθησαν να φύγουν. Ο θεός τους κινήθηκε ανάμεσά τους με αργή, αδυσώπητη βεβαιότητα. Δεν έκανε καμία διάκριση ανάμεσα σε ιερείς, θύματα και υπηρέτες.

Η Ίριδα και ο Μάρκος ανέβηκαν τρέχοντας τη μεταλλική σκάλα. Πίσω τους ακούγονταν κραυγές, σπασμένα κόκαλα και εκείνος ο απαίσιος ήχος της απομύζησης.

Στην κεντρική αίθουσα η Ίριδα σταμάτησε μπροστά στον πίνακα ελέγχου του παλιού εργοστασίου. Οι δεξαμενές καυσίμων είχαν αδειάσει πριν από χρόνια, αλλά οι σωληνώσεις εξακολουθούσαν να καταλήγουν στο υπόγειο.

Άνοιξε τη βαλβίδα έκτακτης ανάγκης και έριξε μέσα οινόπνευμα, διαλυτικά και όσα εύφλεκτα υγρά υπήρχαν στο εργαστήριο συντήρησης. Ο Μάρκος ενεργοποίησε τον παλιό εξαερισμό, στέλνοντας τους ατμούς προς το μηχανοστάσιο.

Όταν το πρώτο μαύρο άκρο εμφανίστηκε στη σκάλα, η Ίριδα άναψε έναν φωτοβολέα κινδύνου και τον πέταξε κάτω.

Η έκρηξη τράνταξε ολόκληρο το κτήριο. Τα παράθυρα έσπασαν, οι μεταλλικές πόρτες εκτοξεύτηκαν στον δρόμο και μια στήλη φωτιάς υψώθηκε πάνω από τις αποθήκες. Η Ίριδα και ο Μάρκος βγήκαν παραπατώντας στη βροχή, ενώ πίσω τους το μουσείο κατέρρεε.

Μέσα από τις φλόγες ακούστηκε μια κραυγή που δεν έμοιαζε με φωνή ζωντανού πλάσματος. Ήταν ο ήχος παγετώνων που έσπαζαν, βυθών που άνοιγαν και μακρινών άστρων που πέθαιναν.

Ο Ραν-Τέγκοθ ξεπρόβαλε από τα συντρίμμια φλεγόμενος.

Πέρασε δίπλα από τους δύο επιζώντες χωρίς να τους κοιτάξει. Οι έξι δαγκάνες του έσκαβαν την άσφαλτο, ενώ το καμένο σώμα του άφηνε πίσω του μαύρη βλέννα. Προχώρησε προς το λιμάνι, γκρέμισε τα κιγκλιδώματα και έπεσε στη θάλασσα.

Τα νερά άφρισαν.

Ύστερα επικράτησε απόλυτη σιωπή.

Οι αρχές απέδωσαν την καταστροφή σε διαρροή χημικών. Από τα δεκατέσσερα άτομα που βρίσκονταν εκείνο το βράδυ στο μουσείο, εντοπίστηκαν μόνο δύο. Οι έρευνες στον βυθό δεν αποκάλυψαν τίποτα.

Τρεις εβδομάδες αργότερα βρέθηκε ένα αλιευτικό ακυβέρνητο έξω από την Αίγινα. Το πλήρωμά του είχε εξαφανιστεί. Στο κατάστρωμα υπήρχαν μεγάλες δαγκωματιές στο μέταλλο και χιλιάδες μικρές κυκλικές κηλίδες, σαν αποτυπώματα από στόματα.

Η Ίριδα εγκατέλειψε τον Πειραιά, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να κοιμηθεί μακριά από τον ήχο της θάλασσας. Κάθε νύχτα έβλεπε τον μολυβένιο Γιουγκόθ και τις βυθισμένες πόλεις του. Καταλάβαινε πλέον ότι ο Ραν-Τέγκοθ δεν είχε έρθει στη Γη μόνος του. Ήταν απλώς ο πρώτος που είχε ξυπνήσει.

Το τελευταίο βράδυ του Αυγούστου στάθηκε στο παράθυρό της και κοίταξε τον σκοτεινό Σαρωνικό. Πολύ μακριά, κάτω από την επιφάνεια, άναψαν τρία πράσινα φώτα σε τέλειο τριγωνικό σχηματισμό.

Ένα δεύτερο τρίγωνο απάντησε από τα βαθύτερα νερά.

Ύστερα ένα τρίτο.

Και η Ίριδα κατάλαβε ότι η θάλασσα δεν είχε καταπιεί τον Ραν-Τέγκοθ.

Τον είχε αναγνωρίσει.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Σφραγίδες των Ονείρων που Δεν Έπρεπε να Ανοίξουν

🜏 ΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΣΦΡΑΓΙΔΩΝ ΤΟΥ ΚΘΟΥΛΟΥ 🜏

Ο Ψίθυρος από την Πέρα Διάσταση